«Το μεγάλο ερώτημα που έχει μείνει αναπάντητο και πολύς κόσμος δεν είναι πρόθυμος να το απαντήσει, είναι το τι τελικά καταφέραμε αυτά τα δύο χρόνια.» 

 

Μια επικίνδυνη περίοδος

Η περίοδος επιβολής των περιοριστικών μέτρων, με πρόσχημα την «υγειονομική προστασία» των πολιτών από τον Covid, μοιάζει πλέον μακρινό παρελθόν. Τα πρωτοφανή και κατ’ εμέ πολύ τρομακτικά γεγονότα που ζήσαμε τα δύο προηγούμενα χρόνια έχουν ξεχαστεί, o Covid είναι κάτι που ήρθε και έφυγε, η κανονικότητα επανήλθε και η κυρίαρχη φράση αναφοράς στα γεγονότα εκείνης της περιόδου είναι: «Tότε με τον κορονοϊό..». Συχνά αν θες να ανοίξεις μια συζήτηση για εκείνη τη περίοδο θα συναντήσεις, όπως είναι φυσικό, τη δυσφορία των υπολοίπων και σημαίνουσα θέση σε κάθε τέτοια κουβέντα έχει η έκφραση: «Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι».

Όσα συνέβησαν όμως έχουν πολύ μεγάλη αξία γιατί ανέδειξαν ορισμένα διαμορφωτικά στοιχεία που έρχονται να ανοίξουν το δρόμο σε δυσοίωνες καταστάσεις. Ένα από αυτά είναι οι αντιφάσεις που βρίσκονται στα επιλεκτικά επιβαλλόμενα (κατά τόπους, χρονικές περιόδους, κοινωνικές ομάδες) περιοριστικά μέτρα, ο αυταρχικός τους χαρακτήρας υπό τον μανδύα του κοινού καλού, καθώς και η ταύτιση της κοινωνίας με αυτά τα μέτρα, με αποτέλεσμα τη νομιμοποίηση του αυταρχισμού αλλά και την εκδήλωση ακραίων και οριακών ψυχολογικών και κοινωνικών καταστάσεων. Το δεύτερο είναι η κοινωνική συναίνεση και η αποδοχή των κρατικών αντιφατικών μέτρων και αυτού του παραλογισμού, από το κομμάτι της κοινωνίας που αναγνωρίζει στον εαυτό του την κριτική σκέψη, την πολιτική κοινωνική και οικονομική ανάλυση και την εναντίωση στο υπάρχων σύστημα. Μιλάμε για την αριστερά εντός και εκτός κοινοβουλίου, τον αντι-εξουσιαστικό χώρο, τους ακαδημαϊκούς, τους δημοσιογράφους, τους καλλιτέχνες και γενικά όσους έχουν αυτό που ονομάζουμε προοδευτική-κριτική σκέψη. Το τρίτο είναι η ευκολία με την οποία η πλειοψηφία του κόσμου αποδέχτηκε και θεώρησε λογικό τον κοινωνικό διαχωρισμό αλλά και αποκλεισμό πολλών ατόμων από μια σειρά δραστηριοτήτων της καθημερινότητας, λόγω των πιστοποιητικών εμβολιασμού. Ορισμένοι οδηγήθηκαν στον κοινωνικό κανιβαλισμό αλλά και τη στοχοποίηση όσων ατόμων «δεν φορούσαν μάσκα», «δεν πρόσεχαν», «δεν είχαν εμβολιαστεί», σε τόσο μεγάλο βαθμό που να θεωρείται η κοινωνική ομάδα των ανεμβολίαστων σχεδόν τρομοκρατική.

Όλα αυτά βασισμένα σε σαθρά υγειονομικά επιχειρήματα που πέτυχαν το αντίθετο των υποτιθέμενων στόχων τους, δηλαδή την διάλυση του ΕΣΥ και την επιδείνωση της δημόσιας υγείας, με το να παραμελούνται όλες οι υπόλοιπες ασθένειες και τα περιστατικά πέραν του Covid, με την επιδείνωση της ψυχικής υγείας ολόκληρου του πληθυσμού και με την μέσα σε μια στιγμή αναστολή χιλιάδων υγειονομικών, που ακόμη και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχουν επιστρέψει στα νοσοκομεία και στις δομές υγείας.

 

Lockdown, αντιφάσεις, αυταρχισμός, ψυχολογικά όρια

Αν θέλουμε να εξετάσουμε τα όσα συνέβησαν ας ακολουθήσουμε ένα χρονικό που ξεκινά με την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων πρώτα σε μια αιφνίδια αλλά ήπια μορφή. Στη συνέχεια ακολουθεί ένα διάλειμμα καλοκαιριού, μα ύστερα τα περιοριστικά μέτρα λαμβάνουν μια αυταρχική και κατασταλτική μορφή. Αργότερα ένα ακόμη διάλειμμα καλοκαιριού και τέλος τα μέτρα εμφανίζονται με τη μορφή κοινωνικού διαχωρισμού και αποκλεισμού που θυμίζει δικτατορικά καθεστώτα για ένα μέρος του πληθυσμού ενώ για το υπόλοιπο ήταν απλά Δευτέρα.

Την πρώτη περίοδο η αστυνομευόμενη καραντίνα κρίθηκε από την πλειοψηφία της κοινωνίας ως κάτι φυσιολογικό. Μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο lockdown θεωρήθηκε έως και καλό από ορισμένους διότι, πέρα από το γεγονός ότι είχε δημιουργηθεί η αίσθηση κοινωνικής ευθύνης για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, σταμάτησε αναπάντεχα και η ταχύτητα της καθημερινότητας δημιουργώντας την ευκαιρία για ξεκούραση από τη δουλειά και τις υποχρεώσεις. Ωστόσο πολύ γρήγορα και ανεξάρτητα με το ζήτημα της υγείας, έγινε φανερό ότι ο εγκλεισμός και τα περιοριστικά μέτρα μετατράπηκαν σε εργαλείο του κράτους για να επιβάλει και να νομιμοποιήσει τις πιο αντικοινωνικές καταστάσεις. Το σύστημα υγείας δεν ενισχύθηκε καθόλου με αποτέλεσμα να υποβαθμιστούν ακόμη περισσότερο οι δημόσιες δομές υγείας ενώ οι ιδιωτικοί κλινικάρχες παρέμειναν στο απυρόβλητο μολονότι βρισκόμασταν σε υγειονομική κατάσταση «ανάγκης». Παράλληλα νομοσχέδια και μεταρρυθμίσεις που δεν σχετίζονταν με το θέμα της υγείας περνούσαν με εκπληκτική συχνότητα και ανύπαρκτες διαβουλεύσεις σε μια σχεδόν κλειστή βουλή. Το σύνολο δε των νομοσχεδίων που πέρασε στη διάρκεια και των δύο lockdown είναι σε πολλές περιπτώσεις χειρότερο από την περίοδο των μνημονίων.

Σε ένα πρώτο στάδιο άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους τα παράλογα μέτρα χωρίς κανένα αποτέλεσμα που να αφορά την προστασία της υγείας. Το κλείσιμο της παραλίας της Θεσσαλονίκης ήταν ενδεικτικό του παραλογισμού μιας και θα περίμενε κανείς να δίνεται η δυνατότητα πρόσβασης σε υπαίθριους χώρους. Το μέτρο για τις μετακινήσεις με έντυπη φόρμα μετακίνησης ή μήνυμα το είχαμε καταπιεί εντελώς, αγνοώντας το καθεστώς ελέγχου και πειθάρχησης που προέκυπτε σταδιακά μέσα από αυτή τη διαδικασία. Το αισιόδοξο σε αυτή την πρώτη φάση είναι ότι με αφορμή την επέτειο της πρωτομαγιάς, ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αντι-εξουσιαστικού χώρου έκαναν καλέσματα για συγκεντρώσεις και πορείες, αναγκάζοντας και το ΚΚΕ να ακολουθήσει, παρ’ όλο που το τελευταίο έκλεψε τις εντυπώσεις επιδεικνύοντας αγωνιστική προσήλωση στην κομματική πειθαρχία και στην πειθαρχία γενικώς με το να τηρούν τα μέλη τις αποστάσεις και όλα τα μέτρα ασφαλείας, για να μην λένε και τα κανάλια…

Aκολούθησε ένα καλοκαίρι που όλες και όλοι το περιμέναμε τόσο για προσωπικούς όσο και για εργασιακούς-επαγγελματικούς λόγους. Το ελληνικό καλοκαίρι εκτυλίχθηκε ομαλά, με τους ξένους και τους Έλληνες τουρίστες να κατακλύζουν τα ελληνικά νησιά και γενικά κάθε λογής προορισμό. Παράλληλα όσοι ασχολούνται με τον κλάδο του τουρισμού, προσπάθησαν να βγάλουν τα σπασμένα του προηγούμενου αλλά και του επόμενου χειμώνα, πιστεύοντας όλοι και όλες πως αφήσαμε τα δύσκολα πίσω μας. Με το τέλος της τουριστικής σεζόν εμφανίστηκε το νέο εξελιγμένο lockdown με διπλάσιο πρόστιμο και μπόλικο αυταρχισμό. Όπου εκεί φάνηκε η πρώτη μεγάλη αντίφαση στην κοινωνία διότι οι ίδιοι οι παραθεριστές της καλοκαιρινής περιόδου κατηγόρησαν την κυβέρνηση για το άνοιγμα του τουρισμού και την διασπορά του ιού, με αποτέλεσμα την πίεση στα νοσοκομεία και τους αυξημένους θανάτους. Οι δε αριστερές και αντί-εξουσιαστικές ομάδες που στήριξαν και τον δεύτερο εγκλεισμό, όπως τον πρώτο για λόγους κοινωνικής ευθύνης, πήραν την απόφαση να βγουν στο δρόμο αφού προηγήθηκε η απαγόρευση των συναθροίσεων άνω των τριών ατόμων με αφορμή την επέτειο του Πολυτεχνείου, αφού καταστάλθηκε με αγριότητα κάθε κινητοποίηση για την απεργία πείνας του Κουφοντίνα και αφού ανακοινώθηκε το νομοσχέδιο για την πανεπιστημιακή αστυνομία.

Το αντι-εκπαιδευτικό νομοσχέδιο που εισήγαγε την πανεπιστημιακή αστυνομία είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αντιδράσεων προερχόμενων από πολλές κοινωνικές ομάδες αλλά και πολύ μαζικές και δυναμικές κινητοποιήσεις, οι οποίες πέρα από το χαρακτηριστικό της αντίστασης σε αυτό το νομοσχέδιο έκαναν φανερή και την ανάγκη –ιδιαίτερα του νεότερου κόσμου– για κάθε είδος συνεύρεσης και απέδειξαν τα ψυχολογικά όρια στα οποία είχαμε όλοι φτάσει. Στα πανεπιστήμια μαζί με τις κινητοποιήσεις και τις πολιτικές δράσεις, γίνονταν εκδηλώσεις πολιτιστικού και ψυχαγωγικού χαρακτήρα (προβολές ταινιών, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, γλέντια, πάρτυ κ.α). Δικαίως λοιπόν θα έπρεπε να κατηγορηθούν οι συμμετέχοντες αυτών των δραστηριοτήτων για διασπορά του ιού και μάλιστα για ψυχαγωγικούς λόγους. Επίσης η αριστερά και ο α/α χώρος έπρεπε να αυτό-κατηγορηθούν μιας και από τη θέση της κοινωνικής ευθύνης απέναντι στον ιό, πέρασαν στη θέση των υγειονομικά επικίνδυνων που διέσπειραν τον ιό. Κατηγορία που μέχρι πρότινος λάμβαναν μόνο οι χριστιανοί στις συναθροίσεις τους, όσοι έκαναν κορονο-πάρτι και ο πρωθυπουργός για το ικαριώτικο γλέντι του.

Τέλος τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης με τον ξυλοδαρμό ενός ανθρώπου που έπινε καφέ σε μια πλατεία, έδειξαν από τη μία τον βαθμό νομιμοποίησης του αυταρχισμού και από την άλλη την κοινωνική έκρηξη ενάντια στην καταπίεση της κοινωνίας, η οποία υπό το καθεστώς του εγκλεισμού, έβλεπε ένα αυθαίρετο κράτος να περνάει όποιο νόμο θέλει με προεδρικά διατάγματα, να χαρίζει χρήματα όπου θέλει, να εφαρμόζει παράλογα μέτρα, να επιβάλει πρόστιμα για το παραμικρό, να καταστέλλει ακραία. Όλα αυτά με την δικαιολογία ενός ιού, όταν μάλιστα δεν προχώρησε στα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό και την αντιμετώπισή του.

Είναι πολύ λογικό και φάνηκε σχεδόν σε όλα τα κράτη, πως όταν αυτά αποφασίζουν να περιορίσουν τη ζωή της κοινωνίας, εφαρμόζουν αυταρχικά μέτρα γιατί τα δημοκρατικά τους είναι πλέον άχρηστα. Αυτό το επιτυγχάνουν αφενός με την ακραία καταστολή και αφετέρου με το τσάκισμα της ψυχολογίας των πολιτών. Αυτό όμως που δεν είναι λογικό αποτυπώνεται στο πως η κοινωνία και τα προοδευτικότερα κομμάτια της συναίνεσαν στον εγκλεισμό τους και ύστερα αναρωτιόντουσαν γιατί το κράτος έγινε τόσο αυταρχικό και γιατί η ψυχολογία όλων είχε ισοπεδωθεί, φτάνοντας σε σημεία να υποστηρίζουν από τη μία τον εγκλεισμό για λόγους δημόσιας υγείας και ύστερα από μερικούς μήνες να εξεγείρονται εναντίον του και να αυτό-αναιρούν τους λόγους για τους οποίους συναίνεσαν σε αυτόν.

Ήταν επόμενο ότι για την συντριπτική πλειονότητα του λαού, όλες αυτές οι αλληλοαναιρούμενες καταστάσεις δημιούργησαν σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία. Παράλληλα το χτίσιμο του αφηγήματος πάνω σε ένα ζήτημα που αφορά την υγεία όλων είχε ως φυσικό επακόλουθο να διχοτομήσει ψυχικά το ίδιο το άτομο, το οποίο έπρεπε να επιδεικνύει την κοινωνική του ευθύνη και να αυτοπεριορίζεται για το καλό όλων αφενός, μιας και ως ζωντανό ον ανά πάσα στιγμή μπορεί να “φέρει” τον ιό. Αφετέρου το άτομο μπόρεσε στη συνέχεια να αναγνωρίσει ότι ως κοινωνικό ον, είχε την ανάγκη για φυσιολογική κοινωνική ζωή και πως ο εγκλεισμός θα έφερνε καταστροφικές συνέπειες στην ψυχολογία του. Παράλληλα υπήρξε αργότερα από το λαό η μαζική συνειδητοποίηση του καθεστώτος πειθάρχησης και ελέγχου και πως αυτό θα δώσει το ελεύθερο σε οποιαδήποτε εξουσία απ’ τη μία να μας απειλεί όταν δεν συμμορφωνόμαστε με τους νέους κανόνες και απ’ την άλλη να μας δημιουργεί ενοχές για την απειλή της υγειονομικής ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι φανερώθηκε μπροστά στα μάτια μας ένα είδος ορθολογικού παραλογισμού, μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που εφαρμόστηκε σε πολύ σκοτεινές εποχές.

Από την αρχή φάνηκε επίσης το γεγονός ότι τα κράτη κατασκεύασαν δύο αντίπαλες ομάδες που τροφοδοτούσαν η μια τη άλλη, φροντίζοντας να μην μένει χώρος και χρόνος για λογικά και απλά ερωτήματα. Από τη μία ήταν οι κοινωνικά υπεύθυνοι πολίτες που τηρούσαν τα ορθολογικώς παράλογα μέτρα και από την άλλη ήταν όλοι οι υπόλοιποι που αν εξέφραζαν οποιαδήποτε κριτική στην όλη κατάσταση θα ήταν κοινωνικά επικίνδυνοι και αν-ορθολογιστές, αφού όσοι πρόβαλαν ερωτήματα για τα περιοριστικά μέτρα ταυτίστηκαν με την άκρα δεξιά με την θρησκευτική κοινότητα ή με μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων. Το win-win game της εξουσίας γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε ως τέτοιο επιτυγχάνοντας έτσι τη νομιμοποίηση όλων των αυταρχικών μέτρων, εφόσον αυτά βρήκαν λαϊκή στήριξη από την ορθολογική πλειοψηφία για το κοινό καλό, ενάντια στην παρανοϊκή μειοψηφία του ατομικιστικού κινδύνου.

 

Πιστοποιητικά εμβολιασμού, κοινωνικός αποκλεισμός, επικίνδυνος διχασμός

Όλα τα παραπάνω εντάθηκαν με την έλευση των εμβολίων και των πιστοποιητικών εμβολιασμού. Το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι ότι το θέμα μπορεί να συζητήθηκε λίγο αλλά τελικά όσες και όσοι προχώρησαν σε αυτή την ιατρική πράξη και απέκτησαν πιστοποιητικό, ξέχασαν αυτομάτως πως εκατομμύρια πολίτες σε κάθε χώρα βιώσαν τον πιο ακραίο αυταρχισμό που έχουμε συναντήσει σε σύγχρονα φιλελεύθερα κράτη.

Στην Ελλάδα όσοι δεν είχαν πιστοποιητικά αυτομάτως τους αφαιρούνταν το δικαίωμα πρόσβασης στους χώρους πολιτισμού και ψυχαγωγίας. Στην εργασία έπρεπε να επιδεικνύουν τεστ όπως και σε όλους του κλειστούς χώρους, καταστήματα, τράπεζες κλπ. Οι άνω των 60 καλούνταν να πληρώσουν πρόστιμο. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου, οι ανεμβολίαστοι ήταν σε καθεστώς lockdown, δεν μπορούσαν να μπουν σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, απολύονταν από τις δουλειές ή επιβάλλονταν εμβολιασμοί υπό την απειλή εξοντωτικών προστίμων χιλιάδων ευρώ. Σε όλη αυτή τη διάρκεια κάθε λογής «ειδικοί» είχαν ξεχυθεί στα κανάλια κι ακόμη πρότειναν να μην μπορούν κάνουν οι ανεμβολίαστοι φορολογική δήλωση, να μην έχουν δικαίωμα σε διαγωνισμούς ΑΣΕΠ, να πληρώνουν τα νοσήλια αν πάνε στο νοσοκομείο με κορονοϊό, να πάρουν τα βουνά (πράγμα όχι και τόσο κακό εν τέλει). Μεταξύ τους και αριστεροί όπως ο Α. Χατζηστεφάνου που είχε αναφέρει σε εκπομπή του: «…οι ανεμβολίαστοι να μην έχουν δικαίωμα δημόσιου λόγου». Επίσης σχετικά με τον διαρκή έλεγχο μέσω συνεχούς σκαναρίσματος τεστ και πιστοποιητικών είχε αναφέρει πως : «Έλεγχος υπήρχε και σε καθεστώτα που θαυμάζουμε όπως της Σοβιετικής Ένωσης».

Στη μαζική υστερία προστέθηκαν τα υβριστικά και απαξιωτικά σχόλια ενάντια στους ανεμβολίαστους ενώ «απαγορεύτηκε» ακόμη και το να δηλώσει κάποιος ότι αποχωρεί από την κοινωνική ζωή, για ηθικούς λόγους όπως το να μην επιθυμεί να διαχωρίζει αλλά ούτε και να διαχωρίζεται από τους υπόλοιπούς πολίτες, αποδεχόμενος φυσικά τις όποιες οικονομικές αλλά και κοινωνικές συνέπειες προκύπτουν από αυτή την επιλογή. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Άρη Σερβετάλη, που είχε δηλώσει ότι θα αποχωρήσει από την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσε αν εφαρμοζόταν το μέτρο της εισόδου στα θέατρα μόνο σε εμβολιασμένους. Όταν ήρθε η ώρα που έπραξε αυτό που είχε δηλώσει μήνες πριν, με επαγγελματικές και οικονομικές συνέπειες για τον ίδιο, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας τον θεώρησε υπεύθυνο γιατί χάνουν το μεροκάματο οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, ή γιατί αδιαφορεί για τους νεκρούς –άραγε όσοι έπιναν στα μπαρ και τα είχαν αφήσει όλα πίσω δεν αδιαφορούσαν– και φυσικά κατηγορήθηκε ότι πηγαίνει στο Άγιο Όρος μέρος που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε άντρες και γυναίκες, λες και δεν το έχει επισκεφθεί τόσος κόσμος για τουριστικούς λόγους.

Εδώ λοιπόν βλέπουμε ξεκάθαρα το γεγονός ότι όταν η πλειοψηφία ενστερνιστεί τον αυταρχισμό, όχι μόνο δεν έχεις δικαίωμα να μην συμμετέχεις αλλά ούτε και μπορείς να αρθρώσεις λόγο ενάντια σε αυτόν τον αυταρχισμό, διότι θυμίζεις στους υπόλοιπους ότι είναι συνένοχοι. Το να προχωρήσεις στην ιατρική πράξη για λόγους υγείας ή ακόμη και για να πάρεις το πιστοποιητικό, όπως πολλοί και πολλές έκαναν, είναι κάτι λογικό. Αρκετοί φοβηθήκαμε απ’ τον ιό και επίσης πολύς κόσμος ακόμη κι αν δεν ήθελε να εμβολιαστεί, αναγκάστηκε να το κάνει για εργασιακούς και κοινωνικούς λόγους.

Αυτό σημαίνει βέβαια ότι εγκαινιάστηκε μια νέα περίοδος που για να έχει κάποιος πρόσβαση στην εργασία, στην ψυχαγωγία, στην πρόνοια και γενικώς στη ζωή, θα πρέπει να προχωρά σε πράξεις που θα δηλώνουν τα κοινωνικά του φρονήματα, όποτε το κράτος θεωρήσει πως αυτό είναι απαραίτητο για λόγους δημόσιας ασφάλειας. Ακόμη όμως και υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να δικαιολογηθεί η επιλογή μεγάλου κομματιού της κοινωνίας να συναινέσει σε αυτά τα μέτρα διότι αυτό που βιώσαμε ήταν μια πρωτοφανής συνθήκη, που εν πολλοίς θεωρήθηκε παρένθεση και ότι σε ύστερο χρόνο θα επιστρέφαμε στην κανονικότητα . Αυτό που δεν δικαιολογείται όμως είναι η επίθεση σε βάρος των ανεμβολίαστων και να νομιμοποιείται ο αποκλεισμός -μόνο στη χώρα μας- τριών εκατομμυρίων ανθρώπων από την ελεύθερη πρόσβαση στις υπηρεσίες και στα αγαθά. Μάλιστα αυτοί να θεωρούνται οι μοναδικοί υπεύθυνοι για την συνέχιση της επιδημίας που αυθαίρετα μετατράπηκε, κατά τα λεγόμενα, σε «πανδημία ανεμβολίαστων», η οποία είχε ως επακόλουθο να νομιμοποιήσει και εξακολουθεί να νομιμοποιεί την αναστολή χιλιάδων μη εμβολιασμένων εργαζομένων στο ΕΣΥ.

Ο καπιταλιστικός έλεγχος της επιστημονικής έρευνας και γνώσης, είτε άμεσος (χρηματοδοτήσεις) είτε έμμεσος (ιδεολογικές-πολιτικές συνεπαγωγές, κατεύθυνση προς κερδοφόρους τομείς), είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη όλο και περισσότερων εξωεπιστημονικών κριτηρίων προσανατολισμένων στα κελεύσματα της αγοράς. Παράλληλα οι επιστήμονες – «ειδικοί» λειτούργησαν ως «πλυντήριο» της κρατικής αντιλαϊκής πολιτικής που δήθεν νοιάζονταν για το λαό αλλά στην πραγματικότητα τον άφηναν πλήρως εκτεθειμένο. Καθημερινά μια μερίδα ειδικών προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις αποφάσεις των κρατών και τις αντιφάσεις τους, προσφέροντας άλλοθι με την επιστημονική τους ιδιότητα.

Από την αρχή εκφράζονταν αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα των σκευασμάτων έναντι της μετάδοσης και επίσης δεν ήταν γνωστή η δυναμική της επίδρασης των εμβολίων με το πέρασμα του χρόνου, ούτε με την εμφάνιση νέων μεταλλάξεων του ιού που προέκυψαν μέσα σε λίγους μήνες. Ωστόσο δεν τέθηκε ποτέ το ζήτημα επιλογής του μη εμβολιασμού. Λίγοι ήταν αυτοί που διεκδίκησαν να μην εφαρμοστούν περιοριστικά μέτρα σε όσους και όσες δεν θέλουν να εμβολιαστούν, να υπάρξει μια πραγματική σύγκριση κόστους-οφέλους και εγρήγορση στο ζήτημα των παρενεργειών και φυσικά να προφυλαχτούμε συνολικά από τον κοινωνικό διχασμό με το να είναι διαθέσιμο σε όλους το σκεύασμα ωστόσο ως προτεινόμενο ή προαιρετικό.

Κι όμως η λύση, που χαράχτηκε ως μονόδρομος για το υγειονομικό πρόβλημα που καθήλωσε την ανθρωπότητα, βρέθηκε σε αυτά τα σκευάσματα. Ακόμη και όταν είδαμε σε χώρες όπως το Ισραήλ, που επιχείρησε να εμβολιάσει πρώτο ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού του, να μην επιτυγχάνεται η πρόληψη και η μείωση της μετάδοση του ιού. Παρόλα αυτά δεν φάνηκε να υπάρχει διαφορετική άποψη για το θέμα του εμβολιασμού ή των πιστοποιητικών, ακόμη και όταν ήταν φανερό πως η μετάδοση δεν μπορούσε να ανακοπεί με τίποτα και πως η δράση του σκευάσματος από τον ένα χρόνο μειώθηκε στους εννέα μήνες –σύμφωνα με τους ειδικούς– μετά στους έξι και μετά «ποιός ξέρει…» .Ύστερα από όλα αυτά εξακολουθούσε να υπάρχει το ίδιο αφήγημα, ακόμη και μετά από την εμφάνιση ασυνήθιστων παρενεργειών οι οποίες αποσιωπήθηκαν.

Αντιθέτως εκείνη την περίοδο η ζωή είχε επανέλθει σε φυσιολογικό πλαίσιο για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Οι άνθρωποι πήγαιναν στις δουλειές τους, τα μπαρ γέμιζαν με κόσμο, οι συναυλίες και οι θεατρικές παραστάσεις πραγματοποιούνταν, το υγειονομικό ζήτημα ξεχάστηκε, εκτός από τις περιπτώσεις που ήθελε κανείς να δείξει λίγη υγειονομική ευαισθησία και αρκούσε το να κάτσει στο πληκτρολόγιο, να γράψει τον αριθμό των νεκρών, να βρίσει τους ανεμβολίαστους ως αρνητές της επιστήμης, ως υπεύθυνους για την επιδημία ή στην καλύτερη να τους μεταχειρίζεται σαν παραπλανημένα όντα που έχασαν το δρόμο της αλήθειας κι ύστερα να συνεχίσει κανονικά την κοινωνική του ζωή.

Με την έλευση της μετάλλαξης όμικρον έγινε φανερό –ή μάλλον δεν μπορούσε να μείνει πια κρυφό από την πλειοψηφία– πως τελικά ο ιός μεταδίδεται παντού και τους προσβάλει όλους ανεξαρτήτως εμβολιασμού ή μη. Μάλιστα εκείνη την περίοδο οι πολιτικές ομάδες «έβγαιναν απ’ τα ρούχα τους» και απαιτούσαν δωρεάν τεστ, κάτι που βέβαια οι ανεμβολίαστοι τιμωρητικά πλήρωναν όλη την προηγούμενη περίοδο. Τι θα περίμενε βέβαια κανείς όταν από χείλη προοδευτικών ακόμη και αντισυστημικών ατόμων έχει ειπωθεί η έκφραση «πίστη στην επιστήμη», σαν να προκύπτει η επιστημονική γνώση από κάποιο θρησκευτικό βιβλίο και όχι από την δυναμική διαδικασία παρατήρησης, ανάλυσης και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της έρευνας, προκειμένου να επιβεβαιωθούν ή να απορριφθούν υποθέσεις μέσω του διαρκούς πειραματικού ελέγχου. Το πιο τρομακτικό είναι ότι οι κατά τα φαινόμενα αντισυστημικές και προοδευτικές ομάδες θεωρούν επιστημονική διαδικασία την αυθαιρεσία εταιριών και οικονομικών συμφερόντων που δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο, οι οποίοι αρνούνται να δώσουν στη δικαιοσύνη τα αποτελέσματα των μελετών που υποτίθεται ότι είναι το βασικό εργαλείο της επιστημονικής διαδικασίας και αποτελούν ύψιστο κοινωνικό αγαθό.

 

Τελικά τι καταφέραμε;

Το μεγάλο ερώτημα που έχει μείνει αναπάντητο και πολύς κόσμος δεν είναι πρόθυμος να το απαντήσει, είναι το τι τελικά καταφέραμε αυτά τα δύο χρόνια. Αν μιλήσουμε από κοινωνικής σκοπιάς αυτό είναι ξεκάθαρο. Η δημόσια υγεία βρίσκεται στα χειρότερά της, οι υγειονομικοί δεν έχουν επιστρέψει στις δουλειές τους, οι ελλείψεις στα νοσοκομεία είναι περισσότερες από όσες ήταν πριν την πανδημία, σε βαθμό που ούτε μικρά παιδιά δεν μπορούν να εγχειριστούν πλέον σε δημόσιες δομές υγείας. Οι ανασφάλιστοι από την άλλη δεν έχουν καν δικαίωμα να τους γράψει εξετάσεις ή φάρμακα ιδιώτης γιατρός ακόμη και αν μπορούν να πληρώσουν το αντίτιμο. Με αποτέλεσμα να στρέφονται όλο και περισσότερες/οι προς τις ιδιωτικές ασφαλίσεις.

Παράλληλα ο αυταρχισμός έχει εδραιωθεί και βλέπουμε συνεχώς σκηνές βίας από την αστυνομία μέσα στα πανεπιστήμια, σε κινητοποιήσεις, ακόμη και σε βάρος πολιτών οι οποίοι έτυχε να βρίσκονται στο πέρασμα κάποιου ανήσυχου οργάνου της τάξης. Τα αντεργατικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε φέρει νόμους οι οποίοι θέτουν υπό αμφισβήτηση ακόμη και θεμελιώδη δικαιώματα όπως το οκτάωρο. Παράλληλα ψηφισθέντα νομοσχέδια απειλούν την προστασία της όποιας φύσης έχει απομείνει, της δημόσια εκπαίδευσης, των δημόσιων αγαθών καθώς και την ίδια την ύπαρξη αυτής της –σε σήψη– δημοκρατίας.

Οι ψυχολογικές επιπτώσεις είναι εξίσου σοβαρές, με την πλειοψηφία των ατόμων να φτάνουν στα όριά τους εκδηλώνοντας ακραία συναισθήματα θλίψης, οργής και θυμού. Οι πιο βαριές καταστάσεις εκδηλώνονται μπροστά στα μάτια μας με τα βίαια ξεσπάσματα εντός των οικογενειών, όπου οι ήδη προβληματικές σχέσεις γιγαντώθηκαν λόγω του εγκλεισμού, αφού κλείστηκαν στον ίδιο χώρο θύτες και θύματα, βιαστές και βιαζόμενοι. Οι πιο ελαφριές αποτυπώσεις των ψυχολογικών ορίων φανερώνονται στην αύξηση του ατομικισμού και στη διαρκεί αναζήτηση των ατόμων για εκτόνωση, η οποία τα οδηγεί στο να αντικαθιστούν την ανθρώπινη επαφή με την κατανάλωση κοινωνικών, φιλικών και σεξουαλικών επαφών, τέχνης, αλλά και κάθε λογής ουσιών. Οι επιπτώσεις στην ψυχολογία των παιδιών, αλλά και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, με την υποχρεωτική διακοπή κάθε διαδικασίας που σχετίζεται με την κοινωνικοποίηση τους (σχολείο, παιχνίδι, δραστηριότητες), δείχνει την ακραία μορφή που έχει πάρει η εξουσία αλλά και δημιουργεί ερωτήματα για το τι χαρακτήρα θα διαμορφώσει μια γενιά που αντίκρισε τους περιορισμούς και τον εγκλεισμό σαν μέρος της καθημερινότητας.

Στο κοινωνικό πεδίο φάνηκε από τη μια η ευκολία με την οποία δέχεται η κοινωνία τον αυταρχισμό όταν αυτή εκτίθεται σε καταστάσεις φόβου και άγνοιας, αρκεί να υπάρχουν κάποια έστω και κατά τα φαινόμενα λογικά επιχειρήματα. Από την άλλη φάνηκε η διάθεση να κατηγορείται όποιος δεν συμμορφώνεται με την αυταρχική γραμμή, να υποβιβάζεται σε πολίτη με λιγότερα δικαιώματα από τους υπόλοιπους καθώς και να απαγορεύεται σε αυτόν να αρθρώνει λόγο ενάντια σε αυτή την κατάσταση. Φάνηκε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι για να κρατήσει ένα κομμάτι της κοινωνίας τα προνόμιά του, είναι διατεθειμένο να καταπιέσει το υπόλοιπο κομμάτι και να το υποχρεώσει σε αποσιώπηση λόγω συνδρόμου ενοχής. Αυτή είναι η βάση για να επικρατήσει ο κοινωνικός κανιβαλισμός με συνέπειες άγνωστες και απρόβλεπτες, όταν η εποχή απαιτεί την μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία για να βρεθεί λύση μέσω αμοιβαίων υποχωρήσεων έτσι ώστε να διατηρηθεί η κοινωνική ειρήνη και συνοχή.

Τελικά ρε παιδιά… τι καταφέραμε;

Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook 
Ακολούθησε μας στο Twitter
Ακολούθησε μας στο Instagram

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το radikal.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος

Μία Απάντηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Σχετικά Άρθρα

Η αριστερά και η επιστροφή του κράτους – Ι

«Η αριστερά θα πρέπει ν’ απαντήσει τόσο στους συντηρητικούς όσο και στους φιλελεύθερους, φτιάχνοντας το δικό της αντιηγεμονικό σχέδιο και προβάλλοντας την αυτονομία της από